Α. Μπαντιού: «Για την αποδόμηση από τον Ντεριντά»

Πιστεύω όμως ότι στα κείμενα τού Ντεριντά η λέξη «αποδόμηση» καθόλου δεν αποτελεί δείγμα έκφρασης ακαδημαϊσμού·  αποτελεί αντιθέτως μαρτυρία μιας θεωρησιακής επιθυμίας, μιας θεμελιώδους επιθυμίας τής σκέψης — σ’ αυτό συνίστατο η αποδόμηση, ήταν το όνομα μιας επιθυμίας. Και έναυσμα τής επιθυμίας αυτής ήταν μια διαπίστωση ή, μάλλον, μια συνάντηση. Ποιο ήταν το περιεχόμενο τής διαπίστωσης αυτής; Ήταν το ότι η κοσμική εμπειρία είναι στην ουσία της εμπειρία διαλογικών επιβολών, σχηματισμών τού λόγου, που σας επιβάλλονται ή που σας σημαδεύουν ακόμη και στο σώμα, κ.τ.λ. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με διαλογικές επιβολές και, επομένως, η θέση τού Ντεριντά, η διαπίστωση που έκανε ήταν ότι, ανεξάρτητα από τη μορφή των διαλογικών επιβολών, υπάρχει πάντα ένα σημείο που εκφεύγει τής επιβολής αυτής και το οποίο θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε με τον όρο «σημείο φυγής» — πιστεύω ότι η έκφραση αυτή πρέπει να εκληφθεί αυστηρώς κατά γράμμα, δηλώνει δηλαδή ένα σημείο που ανήκει σε ό,τι ακριβώς εκφεύγει τής ρύθμισης τού μηχανισμού επιβολής. Και, έχοντας αυτό ως αφετηρία, το ατέρμον έργο τής σκέψης ή τής γραφής έγκειται, λοιπόν, στην εντόπιση τού σημείου αυτού. Η εντόπισή του δεν σημαίνει ωστόσο τη σύλληψή του, διότι η σύλληψη θα ισοδυναμούσε με την απώλεια. Εφόσον η φύση του εξαντλείται στη φυγή, η σύλληψή του είναι αδύνατη. Αυτό έχει να κάνει με το αιώνιο πρόβλημα τής σύλληψης μιας φυγής: έτσι και κάνεις να την πιάσεις, πάει, έφυγε. Το σημείο φυγής είναι καθ’ εαυτό ασύλληπτο. Συνεπώς, πρέπει απλώς να εντοπισθεί. Από την άποψη αυτή, θα έλεγα ότι στα κείμενα τού Ντεριντά μπορούμε να δούμε κάτι παρόμοιο με την πρόταση μιας δεικτικής ή γραφικής χειρονομίας, κάτι σαν «δακτυλογραφία», κάτι που ενώ πάει να δείξει με διακριτικότητα το σημείο φυγής το αφήνει συγχρόνως να φύγει·  διαφορετικά, θα ήταν αδύνατη η επισήμανσή του ως σημείου φυγής ή θα ήταν μόνο εφικτή η παρουσίαση τού νεκρού του ομοιώματος. Κι αυτό είναι που φοβάται ο Ντεριντά, μήπως και δείξει το άψυχο σώμα τού σημείου φυγής. Τη γραφή που επιχειρεί αυτή την επισήμανση την αποκαλώ εντόπιση [localisation], επειδή, σε τελική ανάλυση, οι όροι επισήμανση, εντόπιση, το να πείτε «είναι ίσως εκεί», «κάντε ησυχία, είναι μάλλον εκεί, προσοχή να μην το καθηλώσετε», αντιδιαστέλλονται προς την πρόθεση τού κυνηγού, ο οποίος ελπίζει ότι το θήραμά του θα ακινητοποιηθεί. Ο Ντεριντά, απεναντίας, ελπίζει στην μη ακινητοποίηση τού θηράματος και στο ότι οφείλει ο ίδιος να το δείξει μέσω τής φυγής, μέσω τού ελιγμού τής εξαφάνισής του.

Είναι όμως προφανές ότι ακόμη και η εντόπισή του είναι αδύνατη. Γιατί αδύνατη; Για τον λόγο ότι το σημείο φυγής είναι εκείνο που είναι συγχρόνως εντός και εκτός τόπου. Είναι το εν τόπω έκτοπο. Και αφού η ύπαρξή του εξαντλείται στην πράξη τής φυγής, όντας το εν τόπω έκτοπο, ούτε και η εντόπισή του είναι επομένως εφικτή. Άρα, πρέπει να δείξουμε την εντόπισή του, πράγμα που ήδη είναι πολύ παρακινδυνευμένο. Τελικά, δεν μας απομένει παρά η δυνατότητα περιορισμού τού πεδίου φυγής. Εαν δεν θέλουμε να αγγίξουμε τη φυγή, οφείλουμε να ενεργήσουμε έτσι ώστε η διαλογική επιβολή, ο γλωσσικός καταναγκασμός να είναι τέτοιοι που να μην επιτρέπουν στο πεδίο φυγής να συγκαλύψει τα πάντα, αφού στην αντίθετη περίπτωση δεν θα εντοπίζαμε τίποτε το μη υπαρκτό·  θα είχαμε απλώς τον εν γένει χώρο. Επομένως πρέπει μόνο να περιστείλουμε το πεδίο φυγής, ώστε να προσεγγίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τον τόπο όπου αυτή λαμβάνει χώρα. Πρέπει δηλαδή να είμαστε όσο γίνεται εγγύτερα σ’ εκείνο που τίθεται εκτός τόπου ή το οποίο παραμένει έκτοπο. Αυτό λοιπόν είναι η αποδόμηση. Η αποδόμηση συνίσταται ουσιαστικά στον περιορισμό των διαλογικών λειτουργιών κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός τού πεδίου φυγής — ή, αν προτιμάτε, εν είδει χαρτογράφησης, λέγοντας «εδώ είναι ο θησαυρός» ή «η πηγή είναι εδώ» ή «δες εδώ αυτό που φεύγει», αλλά πολύ προσεκτικά, με απόλυτη διακριτικότητα. Πάρτε για παράδειγμα τις μεγάλες αντινομίες τής μεταφυσικής: αυτές πρέπει να «διαγωνιοποιηθούν»,8 διότι ο περιορισμός τού διαλογικού πεδίου συνεπάγεται την μη διατήρηση δυαδικών ογκολίθων, αφού τότε θα λέγατε απλώς «είναι σε αυτή τη μεριά» ή ««είναι σε εκείνη» — όχι, δεν γίνεται έτσι, δεν υπάρχει καμία δυνατή εντόπιση, τόσο εντός όσο και εκτός τόπου, βάσει των μεγάλων δυαδικών ογκολίθων. [Οι δυαδικές αυτές αντιθέσεις] πρέπει να διανυθούν «διαγωνίως».

H αποδόμηση είναι κατά βάθος το σύνολο των λειτουργιών, μέσω των οποίων δύναται να επιτευχθεί ένας συγκεκριμένος περιορισμός τού πεδίου φυγής ή τού χώρου εντός τού οποίου ο κόσμος διατηρεί τη συνοχή του. Και, για μια ακόμη φορά, επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για μεθόδευση παρόμοια με ανεστραμμένο κυνήγι. Είναι όντως κυνήγι, το κυνήγι είναι η πιο εύστοχη παρομοίωση. Πρόκειται όμως για κυνήγι που αποβλέπει στη σύλληψη ενός θηράματος που στο τέλος ξεφεύγει, και καθόλου στην ακινητοποίησή του, για να το τουφεκίσουμε. Αποβλέπει, αντιθέτως, στη σύλληψη, την απαθανάτιση τού εκτός τόπου σκιρτήματος τού θηράματος. Γι’ αυτό πρέπει να το προσεγγίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο, ίσως ακόμη περισσότερο από ό,τι χρειάζεται για να ρίξουμε με το όπλο. Η εντόπιση προϋποθέτει επομένως μια διαρκή και υπομονετική προσπάθεια και αυτό, αυτό ακριβώς, καθιστά αναγκαία την αναγωγή των όρων τής στοιχειώδους χαρτογραφίας των βαρυσήμαντων διακρίσεων (μεταξύ πόλης και υπαίθρου, όρους και πεδιάδας, είναι και όντος). Αυτό είναι η αποδόμηση. Και έτσι ακολουθεί μια σειρά αντιπαραθέσεων με το έργο τού Χάιντεγκερ όσον αφορά στην ουσιαστική σημασία τής διάκρισης είναι και όντος, ενώ η πρόταση εκ μέρους τού Ντεριντά τής έννοιας τής διαφωράς [différance] έγκειται στην χρήση ενός ιδιαίτερου όρου κατά τρόπο που να καθιστά ενεργό τη διάκριση είναι και όντος στο σημείο φυγής της. Γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται, δηλαδή για ένα χαρακτηρισμό που ουσιαστικά ενεργοποιεί τη μεταφυσική αντίθεση η οποία εξακολουθεί να υφίσταται εντός τής διαφοράς [différence] είναι και όντος, έτσι ώστε να επιτρέπει τη σύλληψη τής ίδιας τής κατ’ ενέργειαν διαφοράς. Είναι προφανές ότι η κατ’ ενέργειαν différance δηλώνει ό,τι βρίσκεται στο οριακό σημείο φυγής από οποιαδήποτε διάκριση είναι και όντος, ό,τι δεν είναι αναγώγιμο στο σχήμα τής αντίθεσης αυτής.

*Απόσπασμα από τη διάλεξη: «Προσανατολισμός στη Σκέψη, Προσανατολισμός στην Ύπαρξη» (Οκτώβριος 2004)

 

πηγή 

 

[παίρνουμε μια ιδέα για την «αποδόμηση» που, ως έννοια, έχει «επικυριαρχήσει» στην μεταμοντέρνα «αφήγηση»… έτσι για να κινούμαστε διαρκώς προς μια αποκατάσταση (σε πείσμα των κάθε είδους θεωρητικών διαθλάσεων) των σχετικών όρων] πτέρυγα Κ

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *