Κονσταντίν Βίσμαν: H Χάννα Άρεντ μιλά για τον κυνισμό και την ευπιστία στην πολιτική. Μια φανταστική συνέντευξη για την απάτη και την αυταπάτη, με πραγματικά της λόγια

Κυρία Άρεντ, όταν βλέπουμε τι κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ, αναρωτιόμαστε πώς τα κατάφερε και έγινε πρόεδρος σε μια πολιτισμένη χώρα, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς να θέλω να εξισώσω αυτούς τους δύο, στη Γερμανία γράφτηκαν αμέτρητα βιβλία σχετικά με το πώς ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία. Μερικά από αυτά, τα γράψατε εσείς. Εξηγείστε μας τι συμβαίνει τώρα!

Ολοκληρωτικά κινήματα μπορούν να προκύψουν παντού όπου υπάρχουν μάζες, όταν αυτές για διάφορους λόγους αποζητούν πολιτική οργάνωση. Τις μάζες δεν τις ενώνουν κοινά συμφέροντα και δεν έχουν κανενός είδους ταξική συνείδηση ​​που θέτει προσδιορισμένους, οριοθετημένους και εφικτούς στόχους. Ο όρος«μάζες» μπορεί να χρησιμοποιείται εύστοχα τότε και μόνον τότε, όταν έχουμε να κάνουμε με ομάδες που, είτε επειδή είναι υπερβολικά πολυδιασπασμένες, είτε επειδή είναι αδιάφορες για τα κοινά, δεν μπορούν να αρθρωθούν σε κάποιας μορφής πολιτική οργάνωση με βάση τα κοινά τους συμφέροντα και τις κοινές εμπειρίες μέσα σ’ έναν κόσμο που αντιμετωπίζουν από κοινού· δηλαδή δεν μπορούν να ενταχθούν ούτε σε κόμματα, ούτε σε ομάδες εκπροσώπησης συμφερόντων, ούτε σε φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, ούτε σε συνδικάτα, ούτε σε επαγγελματικές ενώσεις. Είναι δυνατό να υπάρξουν σε κάθε χώρα και ανά πάσα στιγμή. Και μάλιστα, μπορεί συχνά να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού ακόμη και πολύ πολιτισμένων χωρών· μόνον που στις συνήθεις εποχές και υπό κανονικές συνθήκες παραμένουν πολιτικά ανενεργές και ουδέτερες. Τους αρκεί να μην ψηφίζουν στις εκλογές και να μην εντάσσονται σε κόμματα.

Πράγματι, ο Τραμπ δρομολόγησε στις ΗΠΑ ένα κίνημα των λευκών μεσαίων τάξεων. Ούτε οι καθιερωμένοι υποψήφιοι του κόμματός του, του Ρεπουμπλικανικού, ούτε οι αντίπαλοί τους Δημοκρατικοί, μπόρεσαν να σταματήσουν αυτό το κίνημα. Γιατί δεν κατάφεραν τα καθιερωμένα κόμματα να ενσωματώσουν ή να απορροφήσουν το κίνημα αυτό;

Με όποιον τρόπο και να εξελίσσεται σε κάθε χρονική φάση η διαδικασία της αποξένωσης μεταξύ λαού και κυβέρνησης, είναι φανερό  ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα, το σύστημα των κοινοβουλευτικών κομμάτων κατανοείται μόνιμα από την κοινή γνώμη ως ένα σύστημα που παρακμάζει και θεωρείται από αυτήν ολοένα και περισσότερο ως ένας θεσμός δαπανηρός και στην πράξη περιττός. Το φαινόμενο αυτό, να έχει μεγάλες πιθανότητες πραγματικής δημοφιλίας κάθε πολιτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εξωκοινοβουλευτική και προβάλλοντας το πρόγραμμά της ως κάτι πέραν ​​κομματικών και ταξικών συμφερόντων, έχει ηλικία πάνω από εκατό ετών. Φυσικά, το ότι αυτές οι ομάδες υπηρετούν το κοινό καλό και μέλλει να αποδειχτούν πιό κατάλληλες για τη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων σε σύγκριση με το σύστημα των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ήταν μόνον μια ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα όλες τους επιδίωξαν έναν και μόνο στόχο: Να βάλουν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα στη θέση των πολλών αντικρουόμενων συμφερόντων της ταξικής κοινωνίας και να αλώσουν την εξουσία, δηλαδή τον κρατικό μηχανισμό, υπό τη μορφή της δικτατορίας ενός κόμματος.

Υποτιμούν λοιπόν τα κόμματα τη δύναμη των «μαζών»;

Χαρακτηριστικό της ανόδου των ολοκληρωτικών κινημάτων στην Ευρώπη, τόσο των φασιστικών όσο και των κομμουνιστικών, ήταν το εξής: Στρατολόγησαν τα μέλη τους από τις μάζες εκείνων των πληθυσμιακών ομάδων, των φαινομενικά εντελώς αδιάφορων για την πολιτική, που είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους από όλα τα άλλα κόμματα, επειδή τις θεωρούσαν είτε πολύ ηλίθιες είτε πολύ απαθείς. Η τεράστια επιτυχία των ολοκληρωτικών κινημάτων σήμανε το τέλος δύο αυταπατών, που τις πλήρωσαν πολύ ακριβά όλοι οι δημοκράτες. Η πρώτη αυταπάτη τους ήταν ότι όλοι οι κάτοικοι μιας χώρας είναι και πολίτες, οι οποίοι έχουν ενεργό ενδιαφέρον για τις δημόσιες υποθέσεις· και ότι κάθε άτομο, μολονότι δεν χρειάζεται αναγκαστικά να οργανώνεται σε ένα κόμμα, ωστόσο κάποιο από αυτά τα κόμματα θα συμπαθεί και θα αισθάνεται ότι τον αντιπροσωπεύει, ακόμη και στην περίπτωση που  το άτομο αυτό ποτέ πάει να ψηφίσει. Τα κινήματα απέδειξαν ότι οι πολιτικά ουδέτερες και αδιάφορες μάζες μπορούν να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού ακόμη και σε μια δημοκρατία· και, επομένως, ότι υπάρχουν κράτη που κυβερνώνται με δημοκρατικό τρόπο, τα οποία, άν και λειτουργούν υπό την έννοια της αρχής της πλειοψηφίας, ωστόσο, αυτή που κυβερνά είναι μόνον μια μειοψηφία. Ή ακόμη, αυτή που αντιπροσωπεύεται πολιτικά, είναι μόνον μια μειοψηφία του πληθυσμού.

Και η δεύτερη αυταπάτη;

Η δεύτερη αυταπάτη ήταν η εξής: Αυτές οι πολιτικά ουδέτερες και αδιάφορες μάζες είναι και χωρίς κανένα πολιτικό βάρος· και στην πραγματικότητα, παντού και όποτε υπάρχουν είναι ανενεργές και ουδέτερες, σχηματίζουν μόνον το υπόβαθρο της πολιτικής ζωής του έθνους. Ο βαθύς συγκλονισμός της όλης πολιτικής ζωής, που πυροδότησε τα ολοκληρωτκά κινήματα, δείχνει σαφώς ότι ένα δημοκρατικό πολίτευμα χρειάζεται τη σιωπηλή συναίνεση όλων των πολιτικά ανενεργών στοιχείων του πληθυσμού και εξαρτάται από αυτήν την άναρθρη και μη ελέγξιμη διάθεση των μαζών, όπως ακριβώς εξαρτάται από τους δομημένους και οργανωμένους θεσμούς.

Και γιατί καταρρέει αυτή η συναίνεση;

Με την διάλυση της ταξικής δομής, οι δυνητικές, απαθείς πλειοψηφίες, που μέχρι τότε βρίσκονταν κρυμμένες πίσω από όλα τα κόμματα, μετατράπηκαν σε μια χωρίς οργάνωση και δομή μάζα απελπισμένων και γεμάτων μίσος ατόμων, που δεν τα ένωνε μεταξύ τους τίποτε, εκτός από την γενική αντίληψη ότι οι ελπίδες των μελών των κομμάτων για την επιστροφή των παλιών καλών καιρών αποδείχθηκαν φρούδες· και ότι σε κάθε περίπτωση, δύσκολα θα συμβεί στη διάρκεια της δικής τους ζωής μια τέτοια επιστροφή. Συνακόλουθα, τους ένωνε η εξής σκέψη: Όσοι μέχρι τότε εκπροσωπούσαν την κοινότητα και απολάμβαναν σεβασμού ως τα πιο συγκροτημένα και τα πιο σοφά μέλη της, στην πραγματικότητα ήταν ανόητοι που συμμαχούσαν με τους ισχυρούς, για να οδηγήσουν όλους τους άλλους στην άβυσσο, είτε λόγω απόλυτης βλακείας είτε λόγω απύθμενης χυδαιότητας. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η μάζα απελπισμένων, γεμάτων πικρία και αγανάκτηση ατόμων, αυξήθηκε ραγδαία στη Γερμανία και την Αυστρία, όπου μετά την στρατιωτική ήττα και τις συνέπειές της, ακολούθησε πολύ σύντομα ο πληθωρισμός και η ανεργία.

Αυτό που ενώνει την μάζα είναι λοιπόν το μίσος κατά των ελίτ:

Η ολοκληρωτική προπαγάνδα διδάχτηκε από τον όχλο ότι πρέπει πάντα να θέτει στο κέντρο της υποκινητικής δράσης της εκείνα τα πράγματα που η επικρατούσα κοινή γνώμη και η προπαγάνδα των κομμάτων τα προσπερνά αποσιωπώντας τα. Γιατί, σε αντίθεση με την ολοκληρωτική κυριαρχία των μαζών που αναπτύσσεται αργότερα, και η οποία δεν πιστεύει καθόλου ότι υπάρχει αλήθεια, ο όχλος είναι πιο συγκρατημένος και πιστεύει ειλικρινώς ότι αλήθεια είναι αυτό που αρνούνται ή συγκαλύπτουν η υποκρισία της καλής κοινωνίας και οι επίσημες ανακοινώσεις των εξαγορασμένων κυβερνώντων.

Τότε, γιατί ο «όχλος» συμπράττει με πολιτικά κινήματα που τον δελεάζουν και τον παγιδεύουν με υποσχέσεις που συχνότατα δεν τηρούν; Γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν βλέπουν εξίσου καχύποπτα και αυτά τα κινήματα, όσο τα καθιερωμένα κόμματα;

Το στελεχικό προσωπικό αυτών των κινημάτων αποτελούνταν από ανθρώπους που δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ πριν στην πολιτική σκηνή. Αυτό, φυσικά, διευκόλυνε πάρα πολύ την χρήση εντελώς νέων μεθόδων πολιτικής προπαγάνδας, και προπαντός κατέστησε δυνατό να φιμώνονται οι πολιτικοί τους αντίπαλοι με αποσιώπηση των επιχειρημάτων τους. Τα κινήματα αυτά, εκτός από το γεγονός ότι είχαν ως αρχή να αυτοτοποθετούνται εκτός του κομματικού συστήματος, στρατολογούσαν επίσης ως μέλη και ως στελεχικό δυναμικό ανθρώπους που αυτό το κομματικό σύστημα ποτέ δεν είχε καταφέρει να προσεγγίσει και συνακόλουθα να «διαφθείρει». Δεν υπήρχε ανάγκη λοιπόν να ανησυχούν για τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους· στην πραγματικότητα, δεν χρειαζόταν ούτε καν να προσπαθούν να πείθουν με δικά τους επιχειρήματα, αν το να πείθεις προϋποθέτει ότι ο πεπεισμένος είχε προηγουμένως διαφορετική άποψη. Υπό απολύτως ειρηνικές συνθήκες, είχαν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση των μεθόδων του εμφυλίου πολέμου στην κανονική πολιτική προπαγάνδα, χωρίς μάλιστα αυτό να συνοδεύεται από επαναστατικές αναταραχές. Πάντα εκκινούσαν από την παραδοχή ότι οι δικοί τους οπαδοί δενείχαν τίποτε κοινό με όλους τους άλλους πολίτες· και ερμήνευαν όλες τις διαφορές γνώμης ως ασυμφιλίωτες διαφορές κοινωνικής ή εθνικής [völkische] ή ψυχολογικής φύσης που δεν μπορεί το άτομο να τις συλλάβει με τη λογική, ούτε να τις θέσει υπό έλεγχο. 

Πώς προκύπτει όμως η εντύπωση ότι το σύστημα των κομμάτων είναι διεφθαρμένο; Και δεν υπάρχει όντως κάποια αλήθεια σ’ αυτό;

Με κάθε νέο καταστροφικό χτύπημα που δέχονται, οι μάζες γίνονται ολοένα πιο αφελείς και εύπιστες· και τότε, το μόνο πράγμα από την όλη  πραγματικότητα του κόσμου που τραβά την προσοχή τους είναι τα «κενά»,αυτά που τους φαίνονται ανεξήγητα, δηλαδή τα ερωτήματα που ο κόσμος δεν θέλει να τα συζητήσει δημοσίως ή οι φήμες και διαδόσεις που δεν τολμά να αντικρούσει δημοσίως, επειδή αγγίζουν, αν και με παραμορφωμένο τρόπο, κάποιες ανοιχτές πληγές. Από αυτές τις ανοιχτές πληγές, τα ψέματα της ολοκληρωτικής προπαγάνδας αντλούν εκείνο το ελάχιστο αλήθειας και βιωμένων εμπειριών, που το χρειάζονται για να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας και της απόλυτης μυθοπλασίας. Όποτε η προπαγάνδα αυτή βρίσκει μπροστά της πραγματικές καταστάσεις που αποκρύπτονται ή συγκαλύπτονται, τότε τα ψεύδη της αποκτούν την παραπλανητική εικόνα ενός ανώτερου ρεαλισμού. Τα σκάνδαλα στην καλή κοινωνία, η πολιτική διαφθορά και γενικά το πεδίο της σκανδαλοθηρικής δημοσιογραφίας, παρέχουν στην ολοκληρωτική προπαγάνδα όπλα, η εμβέλεια των οποίων ξεπερνά κατά πολύ την συγκλονιστική εντύπωση που προκαλούν αυτές οι πράξεις από μόνες τους.

Μπορείτε να δώσετε ένα παράδειγμα;

Όπως γνωρίζετε, ο μύθος περί εβραϊκής παγκόσμιας συνωμοσίας έγινε η πιο αποτελεσματική μυθοπλασία της ναζιστικής προπαγάνδας πριν από την κατάληψη της εξουσίας. Και όπως ήταν φυσικό, όσο το σύνολο των κομμάτων που υποστήριζαν τη δημοκρατία, με όλο και πιο πολλή ξεροκεφαλιά απόφευγαν να ανοίξουν μια συζήτηση για το εβραϊκό ζήτημα, τόσο τα αντισημιτικά αισθήματα δυνάμωναν όλο και πιο πολύ. Το γεγονός ότι θεωρούσαν τη συζήτηση αυτή «κοινωνικά μη αποδεκτή», ήταν για τον όχλο η πιο πειστική απόδειξη ότι οι Εβραίοι είναι οι αληθινοί εκπρόσωποι των κυβερνώντων πολιτικών δυνάμεων και μετέτρεψε την αντιμετώπιση του εβραϊκού ζητήματος αυτού καθεαυτού σε σύμβολο της πάλης ενάντια στην «υποκρισία» και το«ψεύδος» του συστήματος.

Το ψεύδος είναι μια καλή λέξη-κλειδί. Τα ψεύδη της προπαγάνδας του Χίτλερ είναι γνωστά· και χάρις σ΄αυτό που μπορεί να ονομαστεί δημιουργικός χειρισμός της αλήθειας από τον Tραμπ, μας προέκυψε η λέξη μετα-αλήθεια.

Πρόκειται για την εφαρμογή του ψεύδους ως οργανωτικού μέσου. Είναι προφανές ότι μόνο με ψέματα μπορεί να δημιουργηθεί και να καθιερωθεί ένας πλασματικός κόσμος· όμως για τη διασφάλισή του χρειάζεται ένας συνδετικός ιστός πιό συνεκτικός, πιο πυκνός από αυτόν που φαίνονται ικανά να γεννήσουν τα ψέμματα, που ως γνωστόν έχουν κοντά ποδάρια. Στις ολοκληρωτικές οργανώσεις, το ψεύδος αποκτά συνέπεια και συνοχή με το να ενσωματώνεται δομικά στην ίδια την οργάνωση, και μάλιστα κλιμακωτά· ώστε τελικά, ολόκληρη η ιεραρχία του κινήματος, από τον αφελή συμπαθώντα μέχρι τα μέλη και τα επίλεκτα στελέχη του κόμματος, ακόμη και μέχρι τον πιο στενό κύκλο περί τον ηγέτη, να μπορεί να κρίνεται και αξιολογείται από τις διαφορετικές αναλογίες των συστατικών του μίγματος ευπιστίας και κυνισμού.

Ποιός είναι ο ρόλος των ηγετών των κινημάτων σ΄αυτό το μείγμα ευπιστίας και κυνισμού;

Η τέχνη του ολοκληρωτικού ηγέτη συνίσταται στο να ανακαλύπτει μέσα στην απτή πραγματικότητα στοιχεία κατάλληλα για να δομήσει την μυθοπλασία του και να τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραμένουν απομονωμένα από κάθε εμπειρία που μπορεί να διερευνηθεί άν είναι επιβεβαιώσιμη ή όχι. Αυτό το κάνει, με το να απομονώνει και μετατρέπει σε αόριστη γενικότητα τα στοιχεία της βιωμένης εμπειρίας των ανθρώπων, δηλαδή απομακρύνοντάς τα από την εμβέλεια της κριτικής ικανότητας, η οποία θα μπορούσε να τα τοποθετήσει στην πραγματική τους θέση μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Έτσι,μετά, αυτή την βιωμένη εμπειρία που έχει αποκοπεί από την κοινή λογική και έχει ξεριζωθεί από το ευρύτερό της πλαίσιο, ο ολοκληρωτικός ηγέτης μπορεί και την σπρώχνει μέχρι τις πιο ακραίες, αλλά λογικοφανείς της συνέπειες. Μ’ αυτό τον τρόπο η μυθοπλασία αποκτά συνέπεια και εσωτερική συνοχή, τόση ώστε ο πραγματικός κόσμος και η μη απολυτοποιημένη εμπειρία να μη μπορούν πια σε καμμιά περίπτωση να την ανταγωνισθούν επιτυχώς.

Ωστόσο, τίθεται το εξής ερώτημα: Γιατί είναι οι άνθρωποι τόσο ευάλωτοι σ΄αυτά τα ψεύδη; Στο κάτω κάτω, δεν είναι και τόσο δύσκολο να ανακαλύψουμε άν κάποιος λέει την αλήθεια ή όχι. Συχνά αρκεί μόνον η κοινή λογική.

Προτού ανέλθουν στην εξουσία τα ολοκληρωτικά κινήματα, προβάλλουν και υπόσχονται έναν ψευδοκόσμο της συνέπειας, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής καλύτερα από την ίδια την πραγματικότητα· έναν κόσμο, μέσα στον οποίο οι ξεριζωμένες μάζες, με την βοήθεια της ανθρώπινης φαντασίας, μπορούν επιτέλους να αισθάνονται οικεία, προστατευμένες από τις διαρκείς αναταραχές στις οποίες υποβάλλει συνεχώς η πραγματική ζωή τους ανθρώπους και διαψεύδει τις προσδοκίες τους.

Οι άνθρωποι αντιδρούν έτσι όχι επειδή είναι ηλίθιοι ή κακοί, αλλά επειδή όταν επικρατεί γενική κατάρρευση και χάος, αυτή η φυγή στο πλασματικό φαίνεται τουλάχιστον να τους εξασφαλίζει ένα ελάχιστο αυτοσεβασμού και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η έμμονη τυφλότητα, που είναι χαρακτηριστικό της φυγής των μαζών από την πραγματικότητα σ’ έναν πλασματικό κόσμο της συνέπειας και της συνοχής, αντιστοιχεί στο γεγονός ότι είναι ανέστιες και ξένες σε έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορούν πια να υπάρχουν, επειδή η αναρχία του τυχαίου και απρόβλεπτου, παίρνοντας τη μορφή μεγάλων καταστροφών, έχει γίνει ο εξουσιαστής τους. Η εξέγερση των μαζών ενάντια στην αίσθηση της πραγματικότητας της κοινής λογικής και ενάντια σ’ αυτά που θεωρεί διαχρονικά η κοινή λογική εύλογα και εφικτά, είναι το αποτέλεσμα της εξατομίκευσης [των ανθρώπων που πέφτουν στην κατάσταση της μάζας]. Εξαιτίας της εξατομίκευσης, όχι μόνον έχασαν την θέση τους στην κοινωνία, αλλά μαζί με αυτήν έχασαν το σύνολο των σχέσεών τους εντός της κοινότητας· αλλά μόνον μέσα στο πλαίσιο αυτών των χαμένων σχέσεων μπορεί να λειτουργήσει η κοινή λογική. Μόνον εκεί όπου η κοινή λογική έχει χάσει το νόημά της, μπορεί η ολοκληρωτική προπαγάνδα να της καταφέρνει καίρια χτυπήματα χωρίς ανταπόδοση και τιμωρία.  

Θέλουν λοιπόν οι άνθρωποι να εξαπατώνται; Ή, για να θέσω αλλιώς το ερώτημα, γιατί εξέλεξαν ως πρόεδρο έναν πολιτικό που τους αποτυφλώνει κατάφωρα, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ;

Η συνύπαρξη της ευπιστίας με τον κυνισμό, πριν γίνει συνηθισμένο χαρακτηριστικό των μαζών στον σύγχρονο κόσμο, ήταν ένα χαρακτηριστικό της νοοτροπίας του όχλου. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτή η ανάμιξη προέκυπτε όπου οι άνθρωποι, μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο και ολοένα πιο ακατανόητο κόσμο, πείθονταν ή συνήθιζαν να πιστεύουν τα πάντα και να μη πιστεύουν τίποτε, έχοντας την πεποίθηση ότι τα πάντα είναι δυνατά και τίποτε δεν είναι αληθινό. Η συνύπαρξη της ευπιστίας και του κυνισμού ήταν κάτι από μόνο του πολύ αξιοσημείωτο, γιατί σήμαινε το τέλος εκείνης της ψευδαίσθησης, σύμφωνα με την οποία η ευπιστία χαρακτηρίζει πρωτόγονα,«αγράμματα» άτομα, ενώ ο κυνισμός είναι το αμάρτημα των αυτοκυρίαρχων και και εξευγενισμένων πνευμάτων. Σ’ αυτήν την προκατάληψη, η μαζική προπαγάνδα έβαλε τέλος, γιατί η εξαιρετική επιτυχία της προϋποθέτει ένα κοινό πάντα πρόθυμο να αποδέχεται με αφέλεια και ευπιστία τα πάντα, οσοδήποτε απίθανα και εξωπραγματικά· το οποίο μάλιστα δεν αγανακτά ούτε κατ΄ελάχιστο, ακόμη και όταν αποκαλύπτεται η απάτη, επειδή προφανώς θεωρεί ούτως ή άλλως κάθε ισχυρισμό ως ψεύδος.

Δεν παίζει λοιπόν κανέναν ρόλο το να λέγεται η αλήθεια;

Οι ολοκληρωτικοί ηγέτες έχουν στηρίξει ολόκληρη την προπαγάνδα τους σε μια υπόθεση ψυχολογικά ορθή: Οι ίδιοι άνθρωποι που μπορεί σήμερα να οδηγηθούν στο να αποδέχονται τα πιο απίστευτα παραμύθια, αύριο, αν τυχόν πεισθούν ότι τα παραμύθια αυτά δεν έχουν τίποτε αληθινό, μπορεί να οδηγηθούν στο να ισχυρίζονται κυνικά ότι είχαν από την αρχή καταλάβει τα ψέματα, αλλά είναι υπερήφανοι που έχουν ηγέτες, οι οποίοι έχουν αυτοπεποίθηση και ξέρουν καλά να σέρνουν από τη μύτη τους άλλους ανθρώπους.

πηγή

μετάφραση, σχόλια

 

[πέρα από τις σοβαρές διαφωνίες που είναι εύκολα αναγνωρίσιμες από μια αντιεξουσιαστική σκοπιά, είναι αδιαμφισβήτητη η σημασία της ερμηνείας των επιλογών των «μαζών» ακόμη κι ΄όταν ορίζονται με τον τρόπο της Χάνα Άρεντ. Γι αυτές της ερμηνείες γίνεται και η αναδημοσίευση αυτού του πλασματικού διαλόγου με τις απαντήσεις της Άρεντ, ωστόσο, να είναι πραγματικές ως προερχόμενες από το δημοσιευμένο της υλικό] πτέρυγαΚ

2 σκέψεις στο “Κονσταντίν Βίσμαν: H Χάννα Άρεντ μιλά για τον κυνισμό και την ευπιστία στην πολιτική. Μια φανταστική συνέντευξη για την απάτη και την αυταπάτη, με πραγματικά της λόγια

  1. a

    Απόλυτα καλοδεχούμενη και αξιέπαινη η αναδημοσίευση της μετάφρασης.
    Ωστόσο, θα ήταν καλό να αναφέρεται και το όνομα του «συγγραφέα» αυτού του ιδιόμορφου γραπτού, δηλαδή του Κονσταντίν Βίσμαν, που επέλεξε τα αποσπάσματα από το βιβλίο της Χάννα Άρεντ και «της έθεσε» τα πλασματικά ερωτήματα.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *