Η δημοτική αυτοδιοίκηση του Κώστα Πελετίδη

«Θα συνεχίσουμε να κάνουμε το χρέος μας, να μην διευκολύνουμε τη δράση της Χρυσής Αυγής, τη ναζιστική της ιδεολογία, από την οποία εκπορεύεται ο εγκληματικός της χαρακτήρας. Συνεχίζουμε μαζί με το λαό και τις οργανώσεις του, που όλο αυτό το διάστημα στήριξαν τη Δημοτική Αρχή, για να απομονωθεί η δράση ενός μορφώματος που εκφράζει την πιο ακραία μορφή της ταξικής εκμετάλλευσης. Μαζί με το λαό μας στον αγώνα για να παίρνει ανάσες η λαϊκή οικογένεια, που δοκιμάζεται από τα βάρβαρα μέτρα των μέχρι σήμερα αστικών κυβερνήσεων»

Αυτά δήλωσε ο δήμαρχος Πάτρας Κώστας Πελετίδης από το εδώλιο του κατηγορουμένου όπου τον έσυραν ο Νίκος Μιχαλολιάκος και η Χρυσή Αυγή επειδή αρνήθηκε να τους δώσει θεσμικό βήμα στην πόλη. Ο δήμαρχος αθωώθηκε. Και με αυτή την αθώωση προσέθεσε ένα ακόμη point στην συνολική πρακτική που ακολουθεί από τη στιγμή που εκλέχτηκε στηριζόμενος από το ΚΚΕ.

Η πρακτική αυτή έχει να κάνει με την ακύρωση της συριζαίϊκής ρητορείας για το «μη ρεαλιστικό» των προταγματικών του ΚΚΕ. Και είναι γεγονός ότι η ακύρωση αυτής της ρητορείας έχει επιτευχθεί και με το παραπάνω. Σε δήμους όπου εκλέχτηκαν δήμαρχοι στηριζόμενοι από τον Σύριζα δεν έχουν κάνει σχεδόν τίποτα που να αποκλίνει από την «μνημονιακή» πολιτική της κεντρικής πολιτικής διαχείρισης. Αυτοί που πρέσβευαν λοιπόν μια ρεαλιστική πολιτική (ότι τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν «εδώ και τώρα» σε αντίθεση με την πολιτική του ΚΚΕ που θεωρεί ανέφικτη κάθε πολιτική αλλαγή χωρίς την συνολική ανατροπή του καπιταλισμού) πέρασαν στην αυτοακύρωσή τους. Ο Κώστας Πελετίδης αντίθετα με τις «προσδοκίες» του Σύριζα έχει προχωρήσει σε σοβαρές παρεμβάσεις «εδώ και τώρα» (τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και με κεντρικές παρεμβάσεις -όπως η «μεγάλη πορεία ενάντια στην ανεργία» από την Πάτρα προς την Αθήνα) εμφανώς διακριτά από την -και ενάντια στην- κεντρική πολιτική διαχείριση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η πρακτική αυτή έχει την απόλυτη κάλυψη του ΚΚΕ και δεν πρόκειται για προσωπική πολιτική επιλογή του Πελετίδη. Πέρα από την γενική λογική που διέπει αυτή την πρακτική -και έχει να κάνει με την επιλογή υπονόμευσης της «αριστερότητας» των σοσιαλδημοκρατικών επιλογών- πιο συγκεκριμένα πάνω στο ζήτημα αντιμετώπισης του φασισμού από μεριάς του ΚΚΕ υπάρχει μια αναπαραγωγή των επιλογών της Κομιντέρν του μεσοπολέμου: απόκρουση της θεωρίας των άκρων (φασισμός – κομμουνισμός) που εφευρέθηκε από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία και ταύτιση της σοσιαλδημοκρατίας με τον φασισμό (σοσιαλφασισμός).

Η σκληρή στάση του Πελετίδη (όπως και των βουλευτών του ΚΚΕ που δεν απαντούν σε καμία ερώτηση όταν τους απευθύνεται από την Χρυσή Αυγή) είναι καθαρά θεσμική ενώ το μότο του ΚΚΕ σε κοινωνικό επίπεδο περιορίζεται σε ένα «απομονώστε τους» ή «γυρίστε τους την πλάτη». Με αυτόν τον τρόπο διεκπεραιώνουν ό,τι αναλογεί στην περίσταση από την κεντρική τους θεσμική πολιτική γραμμή, ενώ σε κοινωνικό επίπεδο ο «αμυντικός» τους χαρακτήρας απέναντι στους φασίστες είναι κάτι παραπάνω από ενδεικτικός. Χαρακτηριστικά σημεία είναι τόσο η φράση: «θα βάλουν κοστούμια και θα σοβαρευτούν» της Παπαρήγα το 2012, όσο και η αποδοχή των φασιστών από τους απεργούς της Χαλυβουργίας την ίδια χρονιά. Η περίπτωση ξυλοδαρμού φασιστών από μέλη του ΚΚΕ έξω από σχολείο στη Μακεδονία αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Με τη στάση του αυτή το ΚΚΕ δεν ακυρώνει στην ουσία της την φιλοσοφία της θεωρίας των άκρων αλλά την τοποθετεί στην «ταξική» της ανάλυση με τον εαυτό του και τον λαό στον ένα πόλο και την αστική τάξη, τους (εκτός ΚΚΕ) αντιφασίστες και τους φασίστες στον άλλο. Διαβάζουμε στον Ριζοσπάστη της 6/10/2013: «Γι’ αυτό μονόδρομος για την πολιτική πάλη του εργατικού κινήματος είναι να κατευθύνεται ενάντια σε κάθε μορφή της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής, αποφασιστικά ν’ απομονώνει κάθε είδους αντιδραστική πολιτική επιρροή στις εργατικές δυνάμεις, όπως και οι ναζιστικές, κάθε αποπροσανατολιστική συσπείρωση, π.χ. «αντιμνημονιακή», «αντιφασιστική» κ.λπ. που τελικά αναχαιτίζει την πάλη για την ενότητα του εργατικού κινήματος ενάντια στην εκμεταλλευτική αστική εξουσία, για τη συμπόρευση των λαϊκών στρωμάτων με το εργατικό κίνημα, τη λαϊκή συμμαχία με στόχο την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας».  Έτσι, αφού κατοχυρώνει την «εργατική τάξη» μπορεί να διεκδικεί την αποδοχή -και ευκταία την ψήφο- του ελληνικού μικροαστισμού χωρίς να υπολείπεται της «αγωνιστικής δεοντολογίας».

Επιπλέον και πιο ουσιαστικά -στην περίπτωση του Πελετίδη- εξυπηρετείται ο καθεστωτικός ρόλος του Κόμματος επιβεβαιώνοντας μια θετικότητα στην προσφυγή στις κάλπες («είδες τι μπορεί να κάνει ένας δήμαρχος;») και περιθωριοποιώντας κάθε φωνή -όχι μόνο αριστερισμού (με μια απαξιωτική επιθετικότητα που έχει θρησκευτικές καταβολές στο εκάστοτε κυρίαρχο δόγμα ενάντια στις αιρέσεις του) αλλά και σε ό,τι μας αφορά- αυτοοργάνωσης (είναι γνωστή η πολιτική «αλλεργία» στον  δήθεν μικροαστικό χαρακτήρα των αναρχικών και η παθολογική μεταπολιτευτική εμμονή στον «προβοκατόρικό» τους ρόλο, μέχρι και η σφοδρή αντίθεση του Κόμματος σε εγχειρήματα όπως η ΒΙΟ.ΜΕ.)

Υπάρχει λόγος να αρνιέται κανείς τις θετικότητες στην δημαρχία του Πελετίδη; Μα δεν υπάρχει λόγος αφού πρόκειται για θεσμική διαστολή που απορρέει από τις υποχρεώσεις της αστικής δημοκρατίας στη βάση του κοινωνικού της συμβολαίου. Το ότι η απόρροια αυτή εκμαιεύεται από τους αγώνες ενός κομμουνιστή δήμαρχου και της δημοτικής του αρχής δεν σημαίνει ότι δικαιώνονται οι αγώνες αλλά, σε τελική ανάλυση, η ίδια η αστική δημοκρατία. Αν ζητιέται η συμμετοχή στους αγώνες αυτούς υπάρχει σοβαρός λόγος για άρνηση. Οι αγώνες για το οριστικό και τελεσίδικο ξεπέρασμα αυτού του κόσμου εξελίσσονται έξω από και ενάντια στις κάλπες, μακριά από τις αναθέσεις, στην αυτοοργάνωση για την όξυνση των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων, στην βαθιά και συνειδητή άρνηση της αστικής δημοκρατίας. Αυτή η αφοσίωση στο «εδώ και τώρα» καταργεί την επιτηδευμένη ερώτηση «και μέχρι τότε;»

πτέρυγα Κ

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *