Μια Πόρσε μα ποιά Πόρσε;

Είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε κανείς να αποσημειολογήσει σε σχέση με το τροχαίο δυστύχημα στην Ε.Ο. κοντά στη  Θήβα, τόσο με το δυστύχημα αυτό καθεαυτό, όσο και με την κοινωνική του πρόσληψη. Το γεγονός ότι ενεπλάκη μια Πόρσε και ότι οδηγός της ήταν ο μετέφηβος γιός του μεγαλοεπιχειρηματία Βακάκη έδωσε λαβές για έναν μεγάλο επικοινωνιακό πόλεμο που εξελίσσεται ακόμη από το τελευταίο ποστ του φέισμπουκ μέχρι την κεντρική πολιτική σκηνή. Η θέση εκείνη που θέλει να προσδώσει ταξικό πρόσημο στην θανάσιμη επιπολαιότητα του οδηγού της Πόρσε κρίνεται για την απάνθρωπη ιδεολογικοποιημένη της γενίκευση που χρησιμοποιείται προς άντληση πολιτικής υπεραξίας. «Παραδόξως», αυτοί που την κρίνουν, οι φορείς της διαμετρικά αντίθετης θέσης κρίνονται και αυτοί για μια επισφαλή γενίκευση, αφού τοποθετούν το γεγονός σε ένα γενικότερο πλαίσιο «οδηγικής συμπεριφοράς» και ρίχνουν το κυρίως φταίξιμο στην έλλειψη οδηγικής παιδείας. Με λίγα λόγια τοποθετούν το τροχαίο αυτό δυστύχημα μέσα σε μια γενικότερη στατιστική αντίστοιχων γεγονότων.

Κι όμως. Το γεγονός αυτό, ιδωμένο όπως του αναλογεί ΚΑΙ μέσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, έχει μια πολύ συγκεκριμένη καταβολή: την κουλτούρα της μεγαλοαστικής τάξης. Η κουλτούρα του επικυρίαρχου, που αποκτάται και αναπαράγεται ως «επιβιωτική» αγωγή του μεγαλοαστού σε όλο το μήκος μιας ζωής και σε όλο το φάσμα της καθημερινότητάς του, δεν μπορεί παρά να προσομοιώνεται με συγκεκριμένο τρόπο σε μια Πόρσε στην εθνική οδό. Οι πιθανότητες δεν αποκλείουν αυτή η επιβεβαιωτική προσομοίωση του επικυρίαρχου να οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του – και την παρεπόμενη συνήθως καταστροφή άλλων. Πρόκειται για μια ασύδοτη εκδοχή της μεγαλοαστικής κουλτούρας, η οποία δεν είναι εξαίρεση ή εκτροπή, αλλά ένας κανόνας αλαζονείας. Που όταν εφαρμόζεται στον δρόμο δεν αναγνωρίζει τα όρια της ζωής κι έτσι συναντά τον θάνατο.

Αυτή η ιδιαίτερη συνθήκη εννοείται ότι εντάσσεται σε μια διαταξική κουλτούρα γενικευμένης οδηγικής ανοησίας, αλλά τίποτα δεν εγγυάται ότι ακόμη κι αν υπήρχε μια «σωστή» γενικευμένη οδηγική συμπεριφορά, αυτή θα δέσμευε με οποιονδήποτε τρόπο την μεγαλοαστική ασυδοσία. Ούτε φυσικά τα μεγάλα πρόστιμα ή οι αφαιρέσεις διπλωμάτων αφορούν την δέσμευση της μεγαλοαστικής τάξης σε έναν γενικό κανόνα. Σε αυτό το πλαίσιο, σαφώς και υπάρχει ένα ζήτημα οδηγικής αγωγής («μήπως ο μετέφηβος μεγαλοαστός αν «ήξερε» θα προτιμούσε να πεθάνει;») αλλά όταν μεγαλώνεις σε ένα σπίτι όπου το ποδοπάτημα όσων βρίσκονται «από κάτω σου» είναι η ειδική σου αγωγή, τότε τα όρια του μεγέθους αυτού του ποδοπατήματος στο δρόμο με τα μεγέθη της υπερεκτίμησης της επικυριαρχίας σου είναι ασαφή…

2 σκέψεις στο “Μια Πόρσε μα ποιά Πόρσε;

  1. G

    Καλό σχόλιο αλλά, έχω ένα αλλά… Η κουλτούρα του επικυρίαρχου δεν αναπαράγεται αποκλειστικά και μόνο ως «επιβιωτική» αγωγή στους κύκλους της μεγαλοαστικής τάξης, αλλά σχεδόν σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό που έστω για μια κάποια στιγμή της ζωής του βρίσκεται σε θέση ισχύος. Αναπαράγεται στον επιθετικό μικροαστισμό που σαρώνει την καθημερινότητα, αναπαράγεται στους κόλπους των μικρών αφεντικών, των εμπόρων και των ιδιοκτητών, αναπαράγεται ακόμη και στην ματσίλα των γυμναστηρίων και σε πολλά άλλα που δεν έχει νόημα να αναφέρω. Στο θέμα μας τώρα, λέω πως οι Έλληνες οδηγοί είναι στην πλειοψηφία τους υποψήφιοι δολοφόνοι σε τέσσερις ρόδες. Τόσο απλά. Ξεκινώντας από τους μεγαλοαστούς με τις πόρσε και τα ακριβά τζιπ και κατεβαίνοντας την πυραμίδα στους στερημένους μικροαστούς που ξεσπάν στους δρόμους… Υπάρχει μια γενικευμένη κουλτούρα κυριαρχίας και επιθετικότητας ως προς τον δίπλα, τον απέναντι, τον από κάτω. Και όσο αναπαράγεται γύρω μας, στην τάξη μας, αυτή η κουλτούρα οι μεγαλοαστοί θα τρίβουν τα χέρια τους… και ας κάνουν μαλακίες κάποιες φορές τα παιδιά τους.

    • d

      Το ζήτημα είναι ότι αν υπάρχει λέμε έστω και μια πιθανότητα να μπλοκάρεις αυτή την κουλτούρα στις υποτελείς τάξεις (χωρίς μια γενικευμένη καταστροφή του συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας), δεν υπάρχει καμία απολύτως πιθανότητα να ισχύσει αυτό για την μεγαλοαστική τάξη… γιατί αυτή είναι -φύσει και θέσει- φορέας παραγωγής αυτής της κουλτούρας. Η τελευταία πρόταση του σχολίου λέει: «αλλά όταν μεγαλώνεις σε ένα σπίτι όπου το ποδοπάτημα όσων βρίσκονται «από κάτω σου» είναι η ειδική σου αγωγή, τότε τα όρια του μεγέθους αυτού του ποδοπατήματος στο δρόμο με τα μεγέθη της υπερεκτίμησης της επικυριαρχίας σου είναι ασαφή…» Έτσι συμφωνούμε λοιπόν. Αναλόγως σε ποιό σπίτι μεγαλώνεις με μια τέτοια «ειδική αγωγή» μπορεί να αλλάζουν τα όρια μεγέθους του ποδοπατήματος αλλάζουν, όμως, σίγουρα τα μεγέθη υπερεκτίμησης της επικυριαρχίας. Και ακριβώς εκεί βρίσκονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *